Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

Νέες ελληνικές λέξεις - μέρος β'

Έλα, καλή εβδομάδα σε όλους τους πιστούς! Για όσους δεν ξεκίνησε καλά, εμείς είμαστε εδώ! Ρίχτε ένα ''ζαμανφου'' και διαβάστε το δεύτερο μέρος του αφιερώματος στις ''νέες'' ελληνικές λέξεις!
Ημι-αλεξιβρέχομαι (ρ. αμετβ.). Μοιράζομαι με κάποιον την ίδια ομπρέλα, αφού υπάρχει μόνο μία, οπότε καταλήγουμε κι οι δύο να έχουμε από ένα βρεγμένο ώμο, αλλά γινόμαστε καλύτεροι φίλοι.

Ισορροπητήρι. Αυτό το κάτι (μπορεί καπάκι μπύρας, μπορεί πετρούλα, μπορεί ξυλαράκι) που επιστρατεύουμε για να φέρουμε ένα τραπέζι που τραμπαλίζει στα ίσια του, συνήθως σε λαϊκά ταβερνάκια. Παράδειγμα: 'Θα μας φέρετε πρώτα λίγο νερό κι ένα ισορροπητήρι;'

Καμικαζέντομο. Έντομο, κυρίως μυγάκι, που έχει ταχθεί να αυτοκτονήσει μέσα στον καφέ σου ή στο κρασί σου και δε λέει να φύγει μέχρι να πέσει μέσα. Επίσης, ορισμένα καμικαζέντομα έχουν ως σκοπό ζωής να εξερευνήσουν τα ρουθούνια σου, με ότι αυτό συνεπάγεται...

Κοτοχαρά. Η χαρά όταν σε γεύμα με κοτόπουλο σου δίνουν το κομμάτι που σου αρέσει. Παράδειγμα: 'Αχ! Τι κοτοχαρά, μου έπεσε το μπούτι!'

Κρετινερωτήσεις. Ερωτήσεις με πασίδηλες απαντήσεις που συνηθίζουν να κάνουν οι δημοσιογράφοι σε δύσμοιρους πολίτες. Οι εν λόγω ερωτήσεις καταδεικνύουν περίτρανα ότι πολλοί δημοσιογράφοι έχουν IQ ραδικιού (και δεν υπάρχουν μόνο στο Star). Παραδείγματα: Σε κάποιον που μόλις έχει πέσει από τον έκτο όροφο: 'Πονάτε;' Σε κάποιον που μόλις έχασε μάνα, πατέρα, τρία αδέρφια και το σκυλάκι του σε αυτοκινητιστικό: 'Πώς αισθάνεστε;'

Κτελοντούρι. Το είδος ελεεινής μουσικής που σε κρατά ξύπνιο σε πολύωρα νυχτερινά ταξίδια με τα ΚΤΕΛ. Το μεγαλύτερο μέρος της άγρυπνης νύχτας το περνάς αναρωτώμενος πώς είναι δυνατόν ο οδηγός να είναι στα ντουζένια του στις 4 η ώρα το πρωί.

Λακκουβάραθρα. Λακκούβες γεμάτες νερό στους αθηναϊκούς δρόμους οι οποίες - σύμφωνα με το φίλτατο Λιακοπουλο-προφήτη - μπορεί και να αποτελούν πύλες εισόδου στα έγκατα του Αδη, οπότε καλό είναι να τις παρακάμπτετε και όχι να πατάτε μέσα τους...

Ματισκύψιμο. Η ανόητη, ανώφελη συνήθεια να σκύβουμε πέντε εκατοστά το κεφάλι όταν περνάμε μπροστά από άλλους θεατές σε σινεμά ή θέατρο ώστε να φτάσουμε στη θέση μας, λες και ο υπόλοιπος όγκος μας φάτσα φόρα δεν τους ενοχλεί.

Μελλοχρήσιμο. Αντικείμενο πασιφανώς άχρηστο το οποίο το φυλάω κάπου γιατί ίσως στο μέλλον φανεί χρήσιμο. Αποτελεί συμπαντικό κανόνα ότι τα μελλοχρήσιμα, όταν τελικά φτάνει η στιγμή που τα χρειαζόμαστε, ποτέ μα ποτέ δε θυμόμαστε πού τα έχουμε βάλει.

Μυξοδιαγνωστική. Το να φυσάς τη μύτη σου και μετά να κοιτάζεις το μαντήλι για να δεις τι εξήλθε, ίσως τελώντας υπό την πεποίθηση ότι κατ'αυτόν τον τρόπο θα διαγνώσεις τρομερά πράγματα για την υγεία σου ή θα αντικρίσεις κάτι πρωτόγνωρο.

Νερουρώ (ρ. αμετβ.). Μου έρχεται να κάνω τσίσα όταν τρέχει η βρύση, ειδικά δε την ώρα που ξυρίζομαι. Πολλοί νερουρούν και κατά τη διάρκεια πάρτυ, όταν ακούνε όλο τον κόσμο να ρουφάει το ποτό του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: